ΠΑΘΗΣΕΙΣ

ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ

Ως αθλητική κάκωση ορίζεται κάθε τραυματισμός που επέρχεται έπειτα από αθλητική δραστηριότητα ή έντονη σωματική άσκηση. Οι αθλητικές κακώσεις δεν αφορούν μόνο επαγγελματίες αθλητές, αλλά μπορεί να συμβούν σε οποιονδήποτε αθλητή, ανεξάρτητα από την ηλικία ή το άθλημα με το οποίο ασχολείται. Ο ελλιπής εξοπλισμός, η άθληση χωρίς προθέρμανση, η κακή φυσική κατάσταση ή η έντονη προσπάθεια για μέγιστη απόδοση κατά την άθληση είναι μερικές από τις αιτίες των συχνότερων αθλητικών κακώσεων.
Οι αθλητικές κακώσεις μπορεί να αφορούν το κάτω άκρο (πχ ρήξη μηνίσκου, ρήξη χιαστού), την οσφυϊκή μοίρα ή το άνω άκρο (συνήθως τον αγκώνα ή τον ώμο).

Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική (πρόγραμμα ασκήσεων/φυσιοθεραπειών, φαρμακευτική αγωγή, αποχή από αθλητική δραστηριότητα, χρήση ναρθήκων κ.ά) ή χειρουργική, συνήθως με αρθροσκόπηση (σε περιπτώσεις ρήξης μηνίσκου, ρήξης χιαστού, κακώσεις ώμου κ.ά).

  • Ρήξη μηνίσκου:

Πρόκειται για μία από τις πλέον συνηθισμένες αθλητικές κακώσεις, η οποία παρατηρείται συνήθως σε τραυματισμούς αθλητών μπάσκετ, ποδοσφαίρου, σκι κ.ά. Οι μηνίσκοι έχουν ως βασική λειτουργία την προστασία της άρθρωσης από τους κραδασμούς. Μετά από έναν τραυματισμό, ανάλογα το είδος της ρήξης, ο πόνος είναι συνήθως άμεσος, ενώ προκαλείται και οίδημα στην περιοχή της άρθρωσης. Ο ασθενής δεν βαδίζει εύκολα και δεν μπορεί να εκτείνει ή να κάμψει πλήρως το γόνατο. Για το λόγο αυτό, η ρήξη μηνίσκου έχει συνήθως ένδειξη για άμεση χειρουργική αρθροσκοπική αποκατάσταση, ακόμα και σε περίπτωση που ο πόνος μπορεί να υποχωρεί περιστασιακά (καθώς η άρθρωση συνεχίζει να φθείρεται αθόρυβα και μπορεί μελλοντικά να προκαλέσει σοβαρότερα προβλήματα). Ωστόσο, μία έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει τον γιατρό στο να αντιμετωπίσει την πάθηση συντηρητικά, με περιορισμό δραστηριότητας, ναρθηκοποίηση, φυσιοθεραπείες ή φαρμακευτική αγωγή κατά περίπτωση.

Η χειρουργική αντιμετώπιση της ρήξης μηνίσκου γίνεται με τη μέθοδο της αρθροσκόπησης, κατά της οποία ο γιατρός εισέρχεται με μία κάμερα (αρθροσκόπιο) στο εσωτερικό της άρθρωσης. Ανάλογα με την σοβαρότητα της ρήξης, ο γιατρός μπορεί να κάνει συρραφή του μηνίσκου ή αφαίρεση ενός τμήματος αυτού. Στόχος είναι να αφαιρεθεί το λιγότερο δυνατό κομμάτι, ώστε να επιβραδυνθούν μελλοντικές αλλοιώσεις της άρθρωσης (οστεοαρθρίτιδα). Η αρθροσκόπηση είναι μία σύντομη επέμβαση, αναίμακτη και δεν απαιτεί νοσηλεία (ο ασθενής εξέρχεται από την κλινική την ίδια μέρα, ξεκινώντας πρόγραμμα αποκατάστασης).

 

  • Ρήξη χιαστού:

Ένα από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ρήξης χιαστού είναι ότι οι ασθενείς ακούν ένα χαρακτηριστικό “κρακ” την ώρα του τραυματισμού. Το οίδημα και ο πόνος εμφανίζονται άμεσα. Ο γιατρός, μετά από την κλινική εξέταση και τις περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις (συνήθως μαγνητική τομογραφία), μπορεί να διαπιστώσει εάν η ρήξη είναι μερική ή πλήρης. Στην περίπτωση μερικής ρήξης, η θεραπεία είναι συντηρητική με φαρμακευτική αγωγή και αποχή από αθλητικές δραστηριότητες για 3-6 μήνες. Σε περίπτωση ολικής ρήξης, οι ασθενείς που δεν είναι αθλητές δοκιμάζουν τη συντηρητική θεραπεία, με πρόγραμμα ασκήσεων αποκατάστασης, τοποθέτηση νάρθηκα και φαρμακευτική αγωγή και εάν δεν περάσουν τα συμπτώματα, προχωρούν στην χειρουργική αντιμετώπιση με αρθροσκόπηση. Κατά την επέμβαση πραγματοποιείται αποκατάσταση του κομμένου χιαστού συνδέσμου με φυσικό ή τεχνητό μόσχευμα και δεν απαιτείται νοσηλεία στην κλινική. Η μετεγχειρητική αποκατάσταση διαρκεί συνήθως 6-8 εβδομάδες, και περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο αποκατάστασης με ασκήσεις ενδυνάμωσης, κινησιοθεραπείας και στις περισσότερες φορές με τη βοήθεια εξειδικευμένου φυσιοθεραπευτή.

  • Ρήξη Υπερακάνθιου Τένοντα (Στροφικού Πετάλου):

Η ρήξη στους τένοντες του στροφικού πετάλου μπορεί να οφείλεται σε κάποιο τραυματισμό ή σε εκφύλισή τους λόγω ηλικίας. Η κεφαλή του βραχιονίου συνήθως δεν περιστρέφεται σωστά και δημιουργούνται τριβές που προκαλούν ερεθισμό (φλεγμονή) στους τένοντες. Το βασικότερο σύμπτωμα της ρήξης είναι ο πόνος όταν προσπαθείτε να σηκώσετε το χέρι σας ή ξαπλώνετε σε πλάγια θέση.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο πόνος σε μία σοβαρή ρήξη μπορεί να μην είναι οξύς, ενώ αντίστοιχα μία ελαφρά ρήξη να προκαλεί έντονο πόνο. Η διάγνωση της ρήξης γίνεται με συνδυασμό κλινικής εξέτασης και απεικονιστικές εξετάσεις (ακτινογραφία ή μαγνητική τομογραφία). Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική, με εγχύσεις φαρμάκων στο εσωτερικό της άρθρωσης, φυσιοθεραπεία για να διατηρηθεί η ευκαμψία της άρθρωσης ή και με φαρμακευτική αγωγή. Όταν η συντηρητική θεραπεία δεν αποδίδει, τότε η λύση είναι η αρθροσκόπηση του ώμου. Ο γιατρός εισέρχεται στο εσωτερικό της άρθρωσης με μία μικρή κάμερα (αρθροσκόπιο) και διορθώνει τη βλάβη. Ο ασθενής παίρνει εξιτήριο την ημέρα της επέμβασης, ενώ η αποθεραπεία περιλαμβάνει εξειδικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης.

  • Έξω Επικονδυλίτιδα Αγκώνα:

Συνήθως εμφανίζεται σε αθλητές και σε επαγγελματίες που κάνουν βαρειά χειρονακτική εργασία. Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται με τον όρο “tennis elbow”, γεγονός που καταδεικνύει ότι η πάθηση προέρχεται από βαρειά καταπόνηση του άνω άκρου, συνήθως του προέχοντος χεριού. Οι παθόντες συνήθως διαμαρτύρονται για πολύ έντονο πόνο στην περιοχή του αγκώνα, ο οποίος αντανακλά χαμηλά στο χέρι, ακόμα και στην παραμικρή κίνηση των δακτύλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ασθενείς αδυνατούν να κάνουν και την παραμικρή εργασία, όπως το να ανοίξουν μία πόρτα με το κλειδί ή να σηκώσουν ακόμα και ένα ελαφρύ αντικείμενο. Η θεραπεία του είναι συνήθως συντηρητική, και ξεκινάει με διατατικές ασκήσεις του άνω άκρου, παγοθεραπεία, χρήση ειδικού νάρθηκα και φαρμακευτική αγωγή. Στις περιπτώσεις που ο πόνος δεν υποχωρεί, μπορούν να γίνουν τοπικές εγχύσεις κορτιζόνης, PRP ή ενζύμων κατά περίπτωση. Σπάνια, εκεί όπου καμιά συντηρητική θεραπεία δεν έχει αποτέλεσμα, γίνεται χειρουργική αποκατάσταση της πάθησης, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται ακόμα και αρθροσκοπικά.

 

  • Ρήξη Αχιλλείου Τένοντα:

Πρόκειται για βαρειά τραυματική κατάσταση, κατά την οποία υπάρχει διατομή ενός από τους μεγαλύτερους και ισχυρότερους τένοντες του ανθρώπινου σώματος. Συνήθως οι ασθενείς αναφέρουν ιστορικό χρόνιου πόνου στην περιοχή του Αχιλλείου (φτέρνα), ενώ ξαφνικά, την ώρα που συνήθως τρέχουν ή κάνουν κάποιο άλμα κατά τη διάρκεια κάποιας αθλητικής δραστηριότητας, αισθάνονται έναν οξύτατο πόνο και στη συνέχεια αδυνατούν να περπατήσουν. Η διάγνωση τίθεται με κλινική εξάταση, όπου ο γιατρός διαπιστώνει ένα κενό στην πίσω πλευρά του ποδιού, και επιβεβαιώνεται με μαγνητική τομογραφία. Η αντιμετώπιση της ρήξης του αχιλλείου τένοντα είναι πάντα χειρουργική και ακολουθείται από μακρά περίοδο ακινητοποίησης του ποδιού και έντονων φυσιοθεραπειών. Συνήθως ο αθλητής επανέρχεται στην κατάσταση πριν τον τραυματισμό, 6 μήνες μετά το χειρουργείο.