ΜΕΘΟΔΟΙ

Αρθροσκόπηση

Η αρθροσκόπηση αποτελεί μία από τις πλέον σύγχρονες χειρουργικές μεθόδους, κατά την οποία ο χειρουργός εισέρχεται στο εσωτερικό μίας άρθρωσης (γόνατο, ισχίο, ώμος, ποδοκνημική, πηχεοκαρπική) με τη βοήθεια μίας μικρής κάμερας (αρθροσκόπιο). Η αρθροσκόπηση βοηθά τον χειρουργό να αποκτήσει μία σαφή εικόνα του εσωτερικού της άρθρωσης, ώστε να εντοπίσει τυχόν βλάβες και να τις θεραπεύσει. Για την αρθροσκόπηση γίνονται ελάχιστες τομές στο δέρμα (σαν δύο μικρές τρύπες), από όπου εισέρχεται το αρθροσκόπιο στο εσωτερικό της άρθρωσης και στέλνει σαφή εικόνα σε μία μικρή οθόνη. Με αυτόν τον τρόπο, ο χειρουργός μπορεί να ελέγξει με εξαιρετική ακρίβεια τις εσωτερικές δομές της άρθρωσης, να διαγνώσει τυχόν βλάβες και να τις θεραπεύσει άμεσα.

Οι ασθενείς που μπορεί να υποβληθούν σε αρθροσκόπηση μπορεί να είναι 16-60 ετών, ανάλογα την περίπτωση. Μερικά από τα κλινικά συμπτώματα που μπορεί να αναφέρουν οι ασθενείς είναι έντονος πόνος στο σημείο της άρθρωσης, οίδημα, αίσθηση κλειδώματος της άρθρωσης κατά την κίνηση, καθώς και αίσθηση αστάθειας κατά την βάδιση. Συνήθως μία απεικονιστική εξέταση (πχ.μαγνητική τομογραφία) επιβεβαιώνει τα κλινικά ευρήματα.

Πριν την αρθροσκόπηση, ο ασθενής υποβάλλεται σε πλήρη προεγχειρητικό έλεγχο, σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού. Η επέμβαση διαρκεί συνήθως 30-60 λεπτά, ανάλογα το σημείο, το μέγεθος της βλάβης, το βάρος και τη σωματική διάπλαση του ασθενούς κ.ά. Η κινητικότητα της άρθρωσης επανέρχεται σταδιακά και πάντα σε συνδυασμό με κατάλληλο, εξειδικευμένο πρόγραμμα μετεγχειρητικής αποκατάστασης. Συνήθως, δεν απαιτείται νοσηλεία στην κλινική και ο ασθενής παίρνει εξιτήριο την μέρα της επέμβασης.

Οι τομές της αρθροσκόπησης είναι πολύ μικρές, γεγονός που βοηθά σε ταχεία επούλωση και ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικόυ πόνου. Ο χρόνος αποθεραπείας είναι διαφορετικός σε κάθε περίπτωση, αλλά σε γενικές γραμμές οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αρθροσκόπηση επιστρέφουν πολύ γρήγορα στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Τέλος, είναι μεγάλο πλεονέκτημα ότι λόγω των ελάχιστων τομών, η απώλεια αίματος καθώς και οι πιθανότητες επιπλοκών είναι ελάχιστες.

Ολική Αρθροπλαστική

Στις περιπτώσεις που η καταστροφή μίας άρθρωσης είναι πλήρης και η συντηρητική αντιμετώπιση με οποιαδήποτε γνωστή μέχρι σήμερα τεχνική δεν μπορεί να επιφέρει ένα λειτουργικό αποτέλεσμα, η μέθοδος της ολικής αρθροπλαστικής είναι απαραίτητη.

Με την ολική αρθροπλαστική προβαίνουμε στην πλήρη ή μερική αντικατάσταση των φθαρμένων αρθρώσεων. Οι κύριες αρθρώσεις στις οποίες μπορούμε να προχωρήσουμε σε ολική αρθροπλαστική είναι κατά κύριο λόγο η άρθρωση του γόνατος και του ισχίου, καθώς και μικρότερες αρθρώσεις όπως ο ώμος, και τα τελαυταία χρόνια, η ποδοκνημική. Το ηλικιακό προφίλ των ασθενών που χρήζουν χειρουργικής αντιμετώπισης με ολική αρθροπλαστική είναι άνω των 50 ετών και αφορά σε εκφυλιστική αρθρίτιδα. Σε σπανιότερες περιπτώσεις βαριάς τραυματικής βλάβης ή συγγενούς αιτιολογίας σε νεαρότερους ασθενείς, εκεί όπου πιο συντηρητικές μέθοδοι δεν προσφέρουν λειτουργικό αποτέλεσμα, προβαίνουμε στην ολική αντικατάσταση της άρθρωσης.

Παρ’όλο που θεωρείται μία μεγάλη επέμβαση, τα τελευταία χρόνια με τη βοήθεια της τεχνολογίας και πιο σύγχρονων χειρουργικών τεχνικών, η επάνοδος του ασθενούς στην καθημερινότητά του είναι ταχεία και η ταλαιπωρία που υφίσταται είναι σαφώς μειωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Λόγω των σύγχρονων φαρμακευτικών πρωτοκόλλων, η απώλεια αίματος κατά τη διάρκεια της επέμβασης είναι ελάχιστη, ενώ πλέον οι τομές είναι μικρής παρεμβατικότητας (MIS-Minimal Invasive Surgery).

Προεγχειρικά, ο θεράπων ιατρός υποδεικνύει έναν πλήρη έλεγχο του ασθενούς (από καρδιολόγο, αναισθησιολόγο κ.ά), και ο ασθενής παραμένει στην κλινική από 3-5 μέρες, ανάλογα την περίπτωση. Η κινητοποίηση είναι άμεση, αλλά πάντα χρήζει φυσιοθεραπειών μετά την επέμβαση.

Χειρουργικοί Τρυπανισμοί

Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν εκτεταμμένα οστικά οιδήματα, συνήθως σε περιοχές όπως η κεφαλή του μηριαίου ή το γόνατο, πραγματοποιείται επέμβαση τρυπανισμών, κλειστά ή με τη βοήθεια του αρθροσκόπιου και υπό άμεση ακτινοσκόπηση. Με αυτή την επέμβαση, γίνεται επαναιμάτωση της πάσχουσας περιοχής και μειώνεται ο κίνδυνος οστεονέκρωσης, κατάστασης ιδιαίτερα επικίνδυνης και δυσεπίλυτης.

Η αιτία του οστικού οιδήματος μπορεί να είναι τραυματική ή πολλές φορές αγνώστου αιτιολογίας, ενώ το ηλικιακό προφίλ είναι διάφορο, και αφορά τόσο νεότερους όσο και γηραιότερους ασθενείς. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπευτική προσέγγιση μπορούν να είναι σωτήριες για τη μακροβιότητα της άρθρωσης.

Μετεγχειρητικά, η άρθρωση χρειάζεται αποφόρτιση για διάστημα 4-6 εβδομάδων, ενώ ο ασθενής χρήζει φαρμακευτικής αγωγής με οστεοπαραγωγικά φάρμακα και ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης για μυϊκή ενδυνάμωση.

Μικροδισκεκτομή

Η δισκοκήλη αποτελεί μία από τις πιο συχνές παθήσεις που ταλαιπωρεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Το εύρος της κλινικής εικόνας ποικίλει, από απλή οσφυαλγία με επαναλαμβανόμενα επεισόδια που μπορούν να καθηλώνουν τον ασθενή για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οσφυαλγία σε συνδυασμό με ισχιαλγία (αντανάκλαση του πόνου σε ένα ή και τα δύο κάτω άκρα) ή μόνο ισχιαλγία. Το ανησυχητικό είναι οι περιπτώσεις όπου ο πόνος συνδυάζεται με νευρολογική σημειολογία, η οποία προκαλεί μουδιάσματα, αδυναμία σε συγκεκριμένες μυϊκές ομάδες, μείωση ή κατάργηση των αντανακλαστικών και πόνο μη αντιμετωπίσημο με συντηρητικές μεθόδους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η χειρουργική επέμβαση κρίνεται απαραίτητη.

Με την μέθοδο της μικροδισκακτομής προβαίνουμε σε αφαίρεση του δίσκου που προβάλει (δισκοκήλη) και έρχεται σε επαφή με το νεύρο. Η μέθοδος είναι απόλυτα ασφαλής, αφού με τη χρήση του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος βλάβης του νευρικού ιστού. Η τομή είναι 2-3 εκατοστά, ενώ η νοσηλεία διαρκεί 1 ημέρα και ο ασθενής την επόμενη του χειρουργείου φεύγει βαδίζοντας, χωρίς καμία υποστήριξη, απαλλαγμένος πλήρως από τον πόνο που τον ταλαιπωρούσε.

Κυφοπλαστική

Πρόκειται για μία μέθοδο ελάχιστης παρεμβατικότητας (MIS), κατά την οποία, με τη βοήθεια υλικών μικροεργαλείων, ο χειρουργός μπορεί να εισέλθει στον καταγματικό σπόνδυλο υπό άμεση ακτινοσκόπηση και να εισάγει στον σπόνδυλο ένα ειδικό μπαλονάκι το οποίο φουσκώνει, ανατάσσει τον σπόνδυλο και στη συνέχεια εισάγει ένα ειδικό υλικό στερέωσης (τσιμέντο) το οποίο στηρίζει τον σπασμένο σπόνδυλο.

Με αυτή τη μέθοδο, ο ασθενής απαλλάσσεται από μία φοβερά επώδυνη κατάσταση που μπορέι να διαρκέσει έως και 2 μήνες, αλλά το βασικό πλεονέκτημα είναι η επαναφορά του μηχανικού άξονα της σπονδυλικής στήλης, αφού με την ανάταξη του σπονδύλου γλιτώνουμε τη σφυνοειδή παραμόρφωση, η οποία μπορεί να συμπαρασύρει και τους ανώτερους σπονδύλους, προκαλώντας την χαρακτηριστική κύφωση των ηλικιωμένων (καμπούρα).

Η τεχνική είναι απόλυτα ασφαλής. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει μόνο με τοπική αναισθησία, και παρ’όλο που συνήθως αφορά ηλικιωμένους ασθενείς δεν εγκυμονεί κανέναν διεγχειρητικό κίνδυνο. Ο ασθενής την ίδια μέρα του χειρουργίου είναι σε θέση να περπατήσει με τη βοήθεια μία μετεγχειρητικής ζώνης, και να επανέλθει άμεσα στην καθημερινότητά του, με μία ιδιαίτερη προσοχή ωστόσο σε βαριές εργασίες, όπως π.χ το να σηκώνει μεγάλα βάρη, που πρέπει να αποφεύγονται για περίπου 4-6 εβδομάδες, ανάλογα την περίπτωση.

Διαδερμική Αποκατάστασης της Βλαισοδακτυλίας (Κότσι / Hallux Valgus)

Η πάθηση της βλαισοδακτυλίας ταλαιπωρεί ένα μεγάλο κομμάτι του γυναικείου πληθυσμού, λόγω του έντονου πόνου που προκαλεί η παραμόρφωση των οστών και των τενότων στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού. Η συντηρητική αντιμετώπιση (τοποθέτηση νάρθηκα, φαρμακευτική αγωγή) μπορεί να βελτιώσει την αίσθηση του πόνου παροδικά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν διορθώνει την άρθρωση, με συνέπεια ο πόνος να επαρχέται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για το λόγο αυτό, η χειρουργική αντιμετώπιση φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του επώδυνο βλαισού μέγα δάκτυλου.

Σε πρώιμα στάδια, μπορέι να πραγματοποιηθεί επέμβαση στα μαλακά μόρια που έχει σαν αποτέλεσμα την άμεση βελτίωση και τον τερματισμό εξέλιξης της νόσου. Με αυτή τη με΄θοδο δεν κάνουμε οστεοτομίες (δηλαδή δεν προκαλούμε τεχνητό κάταγμα) όπως όλες οι παραδοσιακές μέθοδοι. Αφορά κυρίως νεότερους ασθενείς και κυρίως νέες γυναίκες που αδυνατούν να κάνουν χρήση στενών παπουτσιών. Η βάδιση είναι άμεση με τη βοήθεια ειδικών ορθοπεδικών υποδημάτων και δεν χρειάζεται ακινητοποίηση με γύψο.

Σε περίπτωση που η βλαισοδακτυλία έχει εξελιχθεί σημαντικά με μεγαλύτερες αλλοιώσεις, υπάρχει η νέα μέθοδος ελάχιστης παρεμβατικότητας (MIS), όπου όλη η αποκατάσταση της βλάβης γίνεται διαδερμικά, χωρίς καμία τομή στο δέρμα, και χωρίς να τοποθετούμε υλικά οστεοσύνθεσης μετεγχειρητικά. Η βάδιση και σε αυτήν την περίπτωση είναι άμεση με τη χρήση ειδικών ορθοπεδικών υποδημάτων. Ωστόσο, κάθε ασθενής χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης, γι’αυτό είναι απαραίτητη η κλινική εκτίμηση της πάθησης από τον ορθοπεδικό, καθώς και ο ακτινολογικός έλεγχος που μπορεί να υποδείξει το μέγεθος της βλάβης ώστε να αποφασιστεί η καταλληλότερη αντιμετώπιση.